Εισαγωγή

Τα ανευρύσματα των αρτηριών των άνω άκρων είναι λιγότερο συχνά σε σχέση με άλλα περιφερικά ανευρύσματα. Σε αντίθεση με τα αορτολαγόνια ή σπλαχνικά ανευρύσματα, η σταδιακή αύξηση του μεγέθους τους προκαλεί συνήθως συμπτώματα ισχαιμίας του άνω άκρου λόγω θρόμβωσης ή εμβολισμού και όχι από ρήξη τους.

Ανευρύσματα Βραχιονοκεφαλικών Αρτηριών

Η αιμάτωση των αρτηριών των άνω άκρων γίνεται από τα βραχιονοκεφαλικά αγγεία, δηλαδή την ανώνυμη αρτηρία (από την οποία εκφύεται η δεξιά υποκλείδιος αρτηρία) και την αριστερή υποκλείδιο (Εικόνα 1).

Τα ανευρύσματα των αρτηριών αυτών είναι συνήθως αποτέλεσμα εκφυλιστικής νόσου. Λιγότερο συχνά αίτια είναι το τραύμα, η ινομυϊκή δυσπλασία, η σύφιλη, η κυστική νέκρωση του μέσου χιτώνα, φλεγμονώδεις/νεοπλασματικές καταστάσεις του μεσοθωρακίου ή ιδιοπαθή συγγενή αίτια. Ιδιαίτερη αιτία αποτελεί το αρτηριακό σύνδρομο θωρακικής εξόδου, το οποίο προκαλεί μεταστενωτική διάταση της υποκλειδίου αρτηρίας και του αρχικού τμήματος της μασχαλιαίας. Αποτελούν το 1% των περιφερικών ανευρυσμάτων και συνδυάζονται σε ποσοστό 30-50% με αορτολαγόνια ή άλλα ανευρύσματα. Απαντώνται σε ασθενείς συνήθως άνω των 60 ετών, λίγο συχνότερα σε άνδρες.

Σε αντίθεση με ανευρύσματα των περιφερικότερων αρτηριών των άνω άκρων, που εκδηλώνονται συνήθως με συμπτώματα ισχαιμίας του άνω άκρου, τα ανευρύσματα των βραχιονοκεφαλικών αρτηριών μπορεί να εκδηλωθούν κλινικά με πλειάδα συμπτωμάτων. Οι ασθενείς μπορεί να προσέλθουν με πόνο στο στήθος, τον τράχηλο ή τον ώμο, ισχαιμικά συμπτώματα από το άνω άκρο, πόνο και νευρολογική δυσλειτουργία του άνω άκρου από πίεση του βραχιονίου πλέγματος, βράγχος φωνής από πίεση του παλίνδρομου λαρυγγικού νεύρου, αναπνευστική δυσχέρεια από πίεση της τραχείας, παροδικό ή εγκατεστημένο εγκεφαλικό επεισόδιο από εμβολισμό στις σπονδυλικές ή τις καρωτίδες αρτηρίας, δυσφαγία από πίεση του οισοφάγου, αιμόπτυση η δημιουργία τραχειοβρογχικού ή οισοφαγικού συριγγίου λόγω διάβρωσης του πνεύμονα ή του οισοφάγου.

Αρκετά ασυμπτωματικά ανευρύσματα των υποκλειδίων αρτηριών μπορεί να ανακαλυφθούν κατά την κλινική εξέταση ως σφύζουσες μάζες, η διάγνωσή τους όμως γίνεται συνήθως κατά τη διενέργεια απεικονιστικών εξετάσεων (triplex ή αξονική/μαγνητική αγγειογραφία) της περιοχής για άλλους λόγους. Ο αγγειογραφικός έλεγχος είναι απαραίτηος για τον καθορισμό της έκτασης της νόσου και τον καθορισμό της θεραπευτικής στρατηγικής.

Οι θεραπευτικές επιλογές, όσον αφορά τις ανοικτές χειρουργικές επεμβάσεις περιλαμβάνουν την εκτομή του ανευρύσματος και την αποκατάσταση της αρτηριακής συνέχειας με παρεμβολή συνθετικού συνήθως μοσχεύματος. Οι παρεμβάσεις αυτές προσφέρουν άριστα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, αλλά συνοδεύονται από σημαντική νοσηρότητα και θνητότητα. Έτσι, η ενδαγγειακή αντιμετώπιση με την χρήση επενδεδυμένων ενδοναρθήκων (stent grafts) αποτελεί, όπου είναι τεχνικά εφικτή, αποτελούν πολύ ελκυστική θεραπευτική επιλογή, ειδικά σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε ασθενείς με πολλά συμπαρομαρτούντα νοσήματα. Εν τούτοις, υπάρχουν πολλοί ανατομικοί περιορισμοί στην εφαρμογή της ενδαγγειακής μεθόδου και απαιτούν μακροχρόνια μετεγχειρητική παρακολούθηση, λόγω του μεγαλύτερου κινδύνου αποτυχίας και της αυξημένης ανάγκης επανεπεμβάσεων.

Ανευρύσματα Μασχαλιαίας Αρτηρίας

Είναι σπάνια ανευρύσματα, που οφείλονται συνήθως σε αμβλύ ή διατιτραίνον τραύμα, τα περισσότερα εκ των οποίων απαντώνται σε νεαρούς αθλητές, οι οποίοι χρησιμοποιούν τα άνω άκρα τους με επαναλαμβανόμενη βίαιη απαγωγή και έξω στροφή (πχ τενίστες και ρίπτες στο baseball).

 Σε αρκετές περιπτώσεις τραύματος πρόκειται για ψευδή ανευρύσματα και μπορεί να εκδηλωθούν αρκετό καιρό μετά τον αρχικό τραυματισμό και μπορεί να διαλάθουν της προσοχής για χρόνια. Λόγω πλούσιας παράπλευρης κυκλοφορίας, σπάνια προκαλούν προβλήματα στην άρδευση του άνω άκρου, αλλά μπορεί να προκαλέσουν σοβαρά και ίσως μόνιμα νευρολογικά προβλήματα στον άνω άκρο, λόγω της χρόνιας συμπίεσης του βραχιονίου πλέγματος. Έτσι, όλοι οι σημαντικοί τραυματισμοί της ωμικής ζώνης η του βραχίονα θα πρέπει να διερευνώνται με αγγειογραφικό έλεγχο, ειδικά αν απουσιάζουν οι σφύξεις από τον καρπό ή νευρολογικά σημεία κάκωσης του βραχιονίου πλέγματος.

Η βιβλιογραφία περιέχει αρκετές αναφορές και για μετατραυματικά ανευρύσματα της μασχαλιαίας αρτηρίας μετά από χρήση βακτηριών (πατερίτσες). Προκαλούνται από χρόνιο αμβλύ τραυματισμό των μασχαλιαίων αρτηριών και οδηγεί σε σχηματισμό θρόμβου, ο οποίος μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα ισχαιμίας των άνω άκρων.

Η αντιμετώπιση τους είναι χειρουργική με εκτομή του ανευρύσματος και παρεμβολή συνήθως φλεβικού μοσχεύματος, με άριστα αποτελέσματα και συνήθως ανακούφιση των συμπτωμάτων, εκτός από τις περιπτώσεις νευρολογικών συμπτωμάτων από συμπίεση του βραχιονίου πλέγματος. Εναλλακτικά, μπορεί να αντιμετωπιστούν με επενδεδυμένους ενδονάρθηκες (stent grafts).

Ανευρύσματα Βραχιόνιου Αρτηρίας

Τα περισσότερα από αυτά είναι ψευδή ανευρύσματα συνεπεία επαναλαμβανόμενου τραύματος ή ιατρογενή. Κλινικώς εκδηλώνονται με νευρολογικά συμπτώματα από τη  πίεση του μέσου νεύρου ή εντοπισμένο άλγος και συμπτώματα ισχαιμίας από περιφερικό εμβολισμό ή θρόμβωση του ανευρύσματος. Η διάγνωση γίνεται με τη φυσική εξέταση και την ψηλάφηση σφύζουσας μάζας. Περαιτέρω έλεγχος με απεικονιστικές μεθόδους είναι συνήθως απαραίτητη για τον ακθορισμό του σχεδιασμού της παρεμβατικής θεραπείας, η οποία θα πρέπει να προσφέρεται σε όλους τους ασθενείς, καθώς δεν δύναται να καθοριστεί σε ποιους ασθενείς μπορεί να προκληθούν συμπτώματα. Η αποκατάστασή τους γίνεται συνήθως χειρουργικά και ειδικά σε ιατρογενείς κακώσεις μπορεί να αποκατασταθούν με μια απλή συρραφή του αγγείου και εκκένωση του αιματώματος. Σε λίγες περιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με έγχυση θρομβίνης, όπως στα ιατρογενή ψευδή ανευρύσματα της κοινής μηριαίας αρτηρίας, υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση.