Εισαγωγή

Τα αληθή ανευρύσματα των σπλαχνικών αρτηριών είναι πολύ σπάνια, με επίπτωση στο γενικό πληθυσμό μεταξύ 0.1 και 2%. Αυτά είναι συνήθως ασυμπτωματικά, αλλά μπορεί να γίνουν απειλητικά για τη ζωή σε περίπτωση ρήξης. Η ρήξη αποτελεί τον κυριότερο τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται κλινικά, αλλά μπορεί να προκαλέσουν σπανιότερα θρόμβωση ή εμβολισμό.

Η σπληνική αρτηρία είναι αυτή που προσβάλλεται συχνότερα (60% των περιπτώσεων), ακολουθούμενη από την ηπατική αρτηρία (20% των περιπτώσεων), αλλά μπορεί να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε αρτηρία της σπλαχνικής κυκλοφορίας. Η παρουσία τους συχνά συνοδεύεται από την ύπαρξη ανευρυσμάτων στην θωρακοκοιλιακή αορτή και τις λαγόνιες αρτηρίες (3-27%) ή τις ενδοκράνιες αρτηρίες (3-4%). Οι λήπτες μεταμοσχευμένων οργάνων αποτελούν κατηγορία ασθενών που παρουσιάζουν υψηλότερη συχνότητα τέτοιων ανευρυσμάτων.

Τα ψευδή ανευρύσματα των σπλαχνικών ανευρυσμάτων είναι αποτέλεσμα χρόνιων τοπικών παθήσεων φλεγμονώδους ή λοιμώδους αιτιολογίας, όπως η παγκρεατίτιδα, η είναι αποτέλεσμα τραύματος. Συνήθως τα ανευρύσματα των σπλαχνικών αρτηριών ανακαλύπτονται τυχαία κατά τη διενέργεια απεικόνισης στην κοιλιά για άλλους λόγους. Η αξονική τομογραφία επιτρέπει την ακριβή διάγνωση, την απεικόνιση των ανατομικών χαρακτηριστικών και το σχεδιασμό της παρέμβασης (αν απαιτείται) και αποτελεί τη διαγνωστική εξέταση εκλογής.

Φυσική Ιστορία και Ενδείξεις Παρέμβασης

Είναι δεδομένο ότι τα σπλαχνικά ανευρύσματα με συμπτώματα (πόνος, ρήξη, θρόμβωση ή εμβολή) θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ανεξάρτητα του μεγέθους τους. Από εκεί και πέρα, σε ότι αφορά τα τυχαίως ευρισκόμενα ασυμπτωματικά σπλαχνικά ανευρύσματα δεν είναι καλά μελετημένη η φυσική τους ιστορία, όπως φερειπείν στα ανευρύσματα της κοιλιακής αορτής, και έτσι δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο κίνδυνος ρήξης αυτών. Γενικά, ο κίνδυνος που προκύπτει από ένα σπλαχνικό ανεύρυσμα είναι συνδεδεμένος με τα χαρακτηριστικά του ασθενούς, τον τύπο, τη θέση και το μέγεθος του σπλαχνικού ανευρύσματος. Οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι τα σπλαχνικά ανευρύσματα μπορούν να παρακολουθούνται με ασφάλεια κάθε 2-3 χρόνια, εφόσον η διάμετρός τους είναι κάτω από 25mm.

Εξαιρέσεις στον ανωτέρω κανόνα αποτελούν τα ανευρύσματα των παγκρεατοδωδεκαδακτυλικών, γαστροδωδεκαδακτυλικών και ηπατικών αρτηριών, τα οποία θεωρούνται ως πιο επικίνδυνα για ρήξη και συνιστάται να αντιμετωπίζονται ανεξάρτητα από τη διάμετρό τους. Ανεξάρτητα από τη διάμετρό τους αντιμετωπίζονται και τα ανευρύσματα της σπληνικής αρτηρίας σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, καθώς υπάρχουν αρκετές αναφορές για ρήξη ανευρυσμάτων σπληνικής αρτηρίας κατά την κύηση με υψηλή θνητότητα για την μητέρα και το έμβρυο. Τέλος, παρέμβαση συνιστάται και σε λήπτες μεταμοσχεύσεων ανεξάρτητα από το μέγεθος του ανευρύσματος, καθώς και στα ψευδή σπλαχνικά ανευρύσματα.

Θεραπευτική Στρατηγική

Μόλις τεθεί η ένδειξη αντιμετώπισης, είναι απαραίτητος ο λεπτομερής σχεδιασμός της παρέμβασης. Υπάρχουν περιπτώσεις, που η ανατομία της περιοχής και η παράπλευρη κυκλοφορία μπορεί να επιτρέπει τον πρωτογενή αποκλεισμό της προσβεβλημένης αρτηρίας, ενώ σε άλλες περιπτώσεις χρειάζεται οπωσδήποτε επαναιμάτωση της προσβεβλημένης αρτηρίας μετά την αντιμετώπιση του ανευρύσματος. Γενικός κανόνας είναι ότι, εφόσον είναι τεχνικά εφικτό, συνιστάται η ανακατασκευή της αρτηρίας παρά ο αποκλεισμός της σε ασθενείς χαμηλού χειρουργικού κινδύνου.

Σε ότι αφορά την μέθοδο παρέμβασης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανοικτές επεμβάσεις, λαπαροσκοπικές επεμβάσεις ή ενδαγγειακές επεμβάσεις. Αν και τα δεδομένα της βιβλιογραφίας είναι λίγα, οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι σε όλες τις επεμβάσεις η θνητότητα είναι πολύ μικρή (0-3%), όμως η περιεγχειρητική νοσηρότητα είναι γενικώς μεγαλύτερη με τις ανοικτές επεμβάσεις. Κατά τη διάρκεια των ανοικτών και λαπαροσκοπικών επεμβάσεων μπορεί να πραγματοποιηθεί εκτομή του ανευρύσματος και αναστόμωση τελικο-τελικά της αρτηρίας, παρεμβολή ενδιάμεσου μοσχεύματος ή απλή απολίνωση του ανευρύσματος. Το πλεονέκτημά τους είναι ότι είναι αποτελεσματικότερες και ανθεκτικότερες στο χρόνο επεμβάσεις.

Αν και οι ενδαγγειακές επεμβάσεις έχουν το μειονέκτημα των υψηλότερων ποσοστών αποτυχίας και ανάγκης για επανεπέμβαση, θεωρούνται ως γενικά προτιμότερες από τις ανοικτές επεμβάσεις, εφόσον είναι τεχνικά εφικτές, λόγω πολύ μικρότερης περιεγχειρητικής νοσηρότητας. Σε αυτές δύναται να χρησιμοποιηθούν επενδεδυμένοι ενδονάρθηκες (stent grafts), εμβολισμός με ελάσματα (coils) ή κόλλα (glue) ή απόφραξη της παροχής και της απορροής του ανευρύσματος.

Μετεγχειρητική Παρακολούθηση

Δεν είναι απαραίτητη η μετεγχειρητική παρακολούθηση με απεικονιστικές εξετάσεις ρουτίνας μετά από ανοικτή επέμβαση, εκτός αν ο αιτιολογικός μηχανισμός (πχ παγκρεατίτιδα) παραμένει. Μετά από ενδαγγειακή αντιμετώπιση συνιστάται ο έλεγχος του επιτυχούς αποκλεισμού του ανευρύσματος με αξονική/μαγνητική αγγειογραφία ή triplex πρώιμα μετά την παρέμβαση, καθώς και κάθε 2-3 χρόνια, για αναγνώριση και αντιμετώπιση πρώιμης ή όψιμης αποτυχίας.