Εισαγωγή

Η νόσος περιγράφηκε αρχικά σε τρεις ασθενείς με γεννητικά και στοματικά έλκη, ραγοειδίτιδα και οζώδες ερύθημα. Άλλα κλινικά χαρακτηριστικά της νόσου προστέθηκαν αργότερα. Πρόκειται για αυτοάνοση συστηματική αγγειίτιδα άγνωστης αιτιολογίας, που προσβάλλει αρτηρίες και φλέβες όλων των μεγεθών.

Αιτιολογία

Η ακριβής αιτιολογία της νόσου παραμένει άγνωστη, αν και έχουν ενοχοποιηθεί γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Η αυξημένη επίπτωση της νόσου κατά μήκος του «Δρόμου του μεταξιού» και η οικογενής συσχέτιση υποδεικνύουν κληρονομική προδιάθεση. Το γονίδιο HLA B51 είναι συχνό σε πληθυσμούς Ιαπωνικής, Τουρκικής και μεσανατολικής καταγωγής. Τόσο αυτό το γονίδιο, όσο και άλλα έχουν ενοχοποιηθεί για την προδιάθεση στην νόσο, είναι ακόμη αμφιλεγόμενος ο ρόλος τους.

Η έκθεση σε λοιμογόνους παράγοντες, ειδικά η υπερευαισθησία σε αντιγόνα του στρεπτόκοκκου, έχουν αναφερθεί ως εκλυτικά αίτια. Τόσο ο στρεπτόκοκκος, όσο και τα άλλα βακτήρια και ιοί, που έχουν αναφερθεί, δεν έχουν επιβεβαιωθεί ως σήμερα ως άμεσα σχετιζόμενοι με την πυροδότηση της νόσου. Η επικρατούσα αντίληψη είναι ότι η έκθεση σε κάποιο λοιμογόνο παράγοντα πληθυσμού που έχει γενετική προδιάθεση, πυροδοτεί με κάποιο μηχανισμό την εμφάνιση της νόσου.

Επιδημιολογία

 Νόσος εμφανίζεται κατά την Τρίτη δεκαετία της ζωής  είναι σπάνια πριν την εφηβεί ή μετά την ηλικία των 50 ετών. Τα δύο φύλα προσβάλλονται περίπου το ίδιο. Η νόσος εμφανίζει βαρύτερη εξέλιξη σε άνδρες και σε μικρότερες ηλικίες. Η γεωγραφική της κατανομή συμπίπτε με τον « Δρόμου του Μεταξιού» δηλαδή από την Άπω στην Μέση Ανατολή, την Τουρκία και την Νότια Ευρώπη. Η Τουρκία έχει τα υψηλότερα ποσοστά της νόσου.

Παθοφυσιολογία

Η νόσος είναι μια αυτοάνοση αγγειίτιδα που προσβάλλει αρτηρίες και φλέβες όλων των μεγεθών. Σε αντίθεση με άλλες αγγειίτιδες, οι αγγειακές βλάβες δεν περιλαμβάνουν νεκρωτική αγγειίτιδα ή σχηματισμό γιγαντοκυττάρων. Η προσβολή των φλεβών και η δημιουργία φλεβικών και αρτηριακών ανευρυσμάτων είναι χαρακτηριστικά που διακρίνουν την νόσο από τις άλλες αγγειίτιδες. Επιπλέον, η νόσος δεν εμφανίζει ειδικά αντισώματα, όπως στις άλλες αγγειίτιδες.

Η κυτταρική ανοσία φαίνεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της νόσου, καθώς παρατηρείται ενεργοποίηση τόσο των Τ λεμφοκυττάρων, όσο και προ-φλεγμονωδών κυτοκινών. Πιστεύεται ότι οι δερματικές και βλεννογονικές βλάβες είναι αποτέλεσμα  αυξημένης ενεργοποίησης ουδετερόφιλων που οδηγεί σε αγγειακή βλάβη. Τα αγγεία εμφανίζουν διήθηση με ουδετερόφιλα, οίδημα του ενδοθηλίου και νέκρωση του τοιχώματος των αγγείων. Η προσβολή των vasa vasorum σε μεγάλες αρτηρίες οδηγεί στην ανάπτυξη ανευρύσματος.

Κλινική εικόνα

Οι αφθώδεις βλάβες του στόματος (97-99%) και των γεννητικών οργάνων (>80%) είναι οι συχνότερες κλινικές εκδηλώσεις. Οι δε στοματικές βλάβες επουλώνονται χωρίς να αφήσουν ουλή, ενώ οι βλάβες των γεννητικών οργάνων συνήθως καταλείπουν ουλή. Συχνές είναι επίσης οι δερματικές εκδηλώσεις, όπως το οζώδες ερύθημα, επιπολής θρομβοφλεβίτιδα, πυόδερμα και άλλα. Οφθαλμολογικές βλάβες εμφανίζονται σε περισσότερο από 50% των ασθενών και κυρίως σε άνδρες και ασθενείς μικρότερης ηλικίας. Προκαλείται τόσο πρόσθια ραγοειδίτιδα (που οδηγεί σε ερύθημα και φωτοφοβία) όσο και οπίσθια ραγοειδίτιδα (που οδηγεί σε τύφλωση). Άλλο αίτιο τύφλωσης σε μερικούς ασθενείς είναι η αγγειίτιδα του αμφιβληστροειδούς. Στις μυοσκελετικές εκδηλώσεις περιλαμβάνονται αρθρίτιδες, οι οποίες είναι φλεγμονώδεις, μη καταστροφικές, με συνήθεις θέσεις προσβολής τα γόνατα, τους αστραγάλους, τους καρπούς και τους αγκώνες.

Οι αγγειακές εκδηλώσεις είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της νόσου και αφορά το 25% των ασθενών, κυρίως των ανδρών. Προσβάλλονται, όπως αναφέρθηκε αρτηρίες και φλέβες διαφόρων μεγεθών. Κυρίως εκδηλώνονται με επιπολής ή εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση των κάτω άκρων, αν και η πνευμονική εμβολή είναι σπάνια, καθώς οι φλεγμονώδεις θρόμβοι εμφανίζονται στερεά συνδεδεμένοι με το φλεβικό τοίχωμα. Στις αρτηρίες μπορεί να προκληθεί απόφραξη ή ανεύρυσμα. Η προσβολή και ο σχηματισμός ανευρύσματος στην πνευμονική αρτηρία είναι μοναδική στον νόσο Αδαμαντιάδη – Behҫet και αποτελεί την κυριότερη αιτία θανάτου σε αυτούς τους ασθενείς. Άλλες σπανιότερες εκδηλώσεις είναι νευρολογικές, γαστρεντερικές (με έλκη του εντερικού βλεννογόνου), καρδιακές και νεφρολογικές.

Διάγνωση

Η διάγνωση στηρίζεται σε κλινικά κριτήρια, καθώς δεν υπάρχουν ειδικά εργαστηριακά ευρήματα. Χρησιμοποιούνται διαγνωστικά κλινικά κριτήρια και θα πρέπει να αποκλείονται ταυτόχρονα ιδιοπαθείς φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η αντιδραστική αρθρίτιδα και ερπητικές λοιμώξεις. Οι απεικονιστικές εξετάσεις στρέφονται στην αναγνώριση των διαφόρων κλινικών εκδηλώσεων (πχ ακτινολογικές εξετάσεις για αρθρίτιδα, ενδοσκόπηση για γαστρεντερικές εκδηλώσεις και αγγειογραφικός έλεγχος για αρτηριακές βλάβες).

Αντιμετώπιση

Ανάλογα με τις εκδηλώσεις χρησιμοποιούνται τοπικά κορτικοστεροειδή, αλοιφές με λιδοκαΐνη ή σουκραλφάτη για τις βλεννοδερματικές βλάβες. Σε σοβαρότερες βλάβες των βλεννογόνων ή των οφθαλμών θα χρειαστούν ενδεχομένων συστηματικά κορτικοστεροειδή σε συνδυασμό με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, κολχικίνη, δαψόνη  ή ανοσοβιολογικούς παράγοντες. Σε ότι αφορά τις φλεβοθρομβώσεις που σχετίζονται με την νόσο, αυτές δεν συνιστάται να αντιμετωπίζονται με αντιπηκτικά, αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, αλλά με κορτικοστεροειδή, αζαθειοπρίνη, κυκλοσπορίνη και κυκλοφωσφαμίδη, ενώ για τις αρτηριακές βλάβες συνιστάται κυκλοφωσφαμίδη με κορτικοστεροειδή. Χειρουργικά αντιμετωπίζονται οι εκτεταμένες  αγγειακές βλάβες, που είναι ανθεκτικές στην συντηρητική θεραπεία, καθώς και για την αντιμετώπιση των αρτηριακών ανευρυσμάτων, των γαστρεντερικών επιπλοκών και των οφθαλμολογικών βλαβών.

Πρόγνωση

Η νόσος Αδαμαντιάδη – Behҫet δεν έχει ειδική θεραπεία και σχετίζεται με σοβαρή νοσηρότητα και θνητότητα, ειδικά σε άνδρες και μικρότερη ηλικία εμφάνισης. Τα κυριότερα αίτια θνησιμότητας προκύπτουν από την προσβολή των πνευμονικών αρτηριών, οι νευρολογικές και οι γαστρεντερικές εκδηλώσεις. Παρόλα αυτά, πάνω από 60% των ασθενών μπαίνουν σε ύφεση μετά από τα αρχικά χρόνια της νόσου, με τους περισσότερους ασθενείς να έχουν βελτίωση στις εξάρσεις της νόσου.