Στην κατάσταση αυτή, η παροχή αίματος και οξυγόνου στον πεπτικό σωλήνα είναι ανεπαρκής για τη συντήρηση των βασικών αναγκών του ιστικού μεταβολισμού, όχι λόγω στένωσης των μεσεντέριων αγγείων, αλλά λόγω σπασμού των μεσεντερίων αγγείων σε συνθήκες μείωσης της συνολικής μείωσης του διαθέσιμου όγκου αίματος ή σε συνθήκες αύξησης της ενδοκοιλιακής πίεσης. Πρόκειται για την εντερική ισχαιμία που προκύπτει από υπο-άρδευση του εντέρου, παρά την παρουσία βατών μεσεντέριων αγγείων. Υπάρχει μια σειρά από κλινικά σενάρια, στα οποία μπορεί να εμφανιστεί η κατάσταση αυτή και τα ποιο συχνά είναι τα ακόλουθα:

α. Ασθενής σε σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια με ανάγκη χορήγησης μεγάλων ποσοτήτων αγγειοσυσπαστικών φαρμάκων

β. Μετεγχειρητική περίοδος μετά από καρδιοχειρουργικές ή αορτικές επεμβάσεις

γ. Υπο-ογκαιμία σχετιζόμενη με εκτεταμένα εγκαύματα

δ. Ασθενείς με σύνδρομο κοιλιακού διαμερίσματος (αυξημένη ενδοκοιλιακή πίεση) μετά από μαζική αιμορραγία

ε. Ασθενείς με προχωρημένη σήψη

στ. Αορτικός διαχωρισμός τύπου Α ή Β

Ενδιαφέρουσα από διαγνωστικής πλευράς αποτελεί η περίπτωση που σε ένα ασθενή προϋπάρχει ασυμπτωματική στένωση ή απόφραξη των μεσεντερίων αγγείων και εμφανίζει συμπτώματα μεσεντερίου ισχαιμίας με την εμφάνιση υπότασης ή υπο-ογκαιμίας, καθώς δεν είναι ξεκάθαρο αν η περίπτωση αυτή αποτελεί  αποφρακτική ή μη αποφρακτική μεσεντέριο ισχαιμία.

Διαγνωστική προσέγγιση

Σε όλα τα ανωτέρω κλινικά σενάρια, το κλειδί για τη διάγνωση είναι η κλινική υποψία ότι οι ασθενείς αυτοί είναι πολύ πιθανό να εμφανίσουν μεσεντέριο ισχαιμία. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ο πιο αξιόπιστος εργαστηριακός δείκτης εντερικής ισχαιμίας είναι τα d-dimmers, ως εξέταση αποκλεισμού της διάγνωσης. Εν τούτοις δεν είναι πολύ χρήσιμος σε ασθενείς που υπεβλήθησαν σε επέμβαση πρόσφατα, καθώς μετεγχειρητικά παρατηρείται αύξηση των d-dimmers ούτως ή άλλως. Έτσι, η διάγνωση δεν μπορεί να στηριχθεί σε βιοχημικές εξετάσεις.

Από τις απεικονιστικές εξετάσεις, που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη διάγνωση της αποφρακτικής μεσεντερίου ισχαιμίας, η ακρίβειά τους ελαττώνεται σημαντικά στα ανωτέρω κλινικά σενάρια. Έτσι, η μόνη μέθοδος που μπορεί να τεκμηριώσει αξιόπιστα τη διάγνωση είναι η ψηφιακή αφαιρετική αγγειογραφία, παρόλο που είναι παρεμβατική. Μοναδική περίπτωση που η διάγνωση μπορεί να γίνει κλινικά είναι στην περίπτωση του συνδρόμου αύξησης της ενδοκοιλιακής πίεσης, όπου μπορεί αντικειμενικά να μετρηθεί η πίεση ης περιτοναϊκής κοιλότητας.

Αντιμετώπιση

Η αντιμετώπιση ξεκινά με την πρόληψη, σε ασθενείς υψηλού κινδύνου για εμφάνιση της νόσου, με αποφυγή της υπότασης και αποφυγή χορήγησης υψηλών δόσεων αγγειοσυσπαστικών φαρμάκων, εφόσον είναι δυνατό. Σε ασθενείς με σύνδρομο αυξημένης κοιλιακής πίεσης, η συντηρητική αγωγή αποσυμπίεσης, ακολουθούμενη από αποσυμφορητική λαπαροτομία είναι η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση. Οι απειλητικές για τη ζωή περιπτώσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται σε χειρουργική αίθουσα με δυνατότητα αγγειογραφικού ελέγχου, χορήγησης αγγειοδιασταλτικών φαρμάκων, αγγειοπλαστικής η χειρουργικής επαναιμάτωσης και δυνατότητα εντερικής εκτομής αν χρειαστεί. Η χορήγηση αγγειοδιασταλτικών φαρμάκων, ίσως οδηγήσει σε αιφνίδιο θάνατο, λόγω επιδείνωσης της υπότασης, αλλά στις περιπτώσεις αυτές είναι η μόνη επιλογή για τη σωτηρία της ζωής του αρρώστου.