Με τον όρο παθήσεις περιφερικών αγγείων ή περιφερική αρτηριοπάθεια, παραδοσιακά στην Αγγειοχειρουργική εννοούμε την στένωση, συνήθως αρτηριοσκληρυντικής αιτιολογίας, των αρτηριών που αρδεύουν τα κάτω άκρα. Για πολλές δεκαετίες, η κάθε ιατρική ειδικότητα που ασχολείται με την πρόληψη, την διάγνωση και τη θεραπεία των αρτηριακών παθήσεων αρτηριοσκληρυντικής αιτιολογίας, παρακολουθούσε την εκάστοτε πάθηση στο περιορισμένο φάσμα της. Οι καρδιολόγοι και οι καρδιοχειρουργοί, φερειπείν, παρακολουθούν τις παθήσεις των στεφανιαίων αγγείων, οι καρδιοχειρουργοί τις παθήσεις των στεφανιαίων και των κλάδων της αορτής και του αορτικού τόξου, οι αγγειοχειρουργοί τις παθήσεις των άκρων, των λοιπών κλάδων της αορτής και της εξωκράνιας μοίρας των καρωτίδων, οι νεφρολόγοι με την αρτηριοσκλήρυνση της νεφρικής αρτηρίας και των κλάδων της και ούτω καθ’ εξής. Το αποτέλεσμα είναι ότι μέχρι και τα μέσα της τρέχουσας δεκαετίας, η κάθε ειδικότητα παρείχε καθοδήγηση και κατευθυντήριες οδηγίες στο σχετικά περιορισμένο φάσμα του αγγειακού υποστρώματος με το οποίο καταπιάνεται.

                Ήδη από τη δεκαετία του ‘60, όμως, αρκετές επιδημιολογικές μελέτες είχαν αναδείξει κάποια κοινά χαρακτηριστικά και κάποιους κοινούς προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου στους πάσχοντες από αρτηριοσκλήρυνση σε διάφορα αγγειακά υποστρώματα. Γνωρίζουμε σήμερα, ότι οι πάσχοντες από νόσο αρτηριοσκληρυντικής αιτιολογίας σε ένα αγγειακό υπόστρωμα, στατιστικά παρουσιάζουν μεγάλη επίπτωση νόσου αρτηριοσκληρυντικής αρχής και σε άλλα αγγειακά υποστρώματα, έστω και αν δεν έχουν εμφανιστεί συμπτώματα και από άλλες αρτηρίες. Έτσι, ένας ασθενής με στεφανιαία νόσο, έχει μεγάλη πιθανότητα να παρουσιάζει αρτηριοπάθεια στα κάτω άκρα ή στις νεφρικές αρτηρίες ή στην εξωκράνια μοίρα των καρωτίδων, έστω και αν δεν έχει άλλα συμπτώματα, πλην ενδεχομένως της στηθάγχης.

Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η ευαισθητοποίηση και η ενημέρωση ιατρών των ανωτέρω ειδικοτήτων στην κλινική σημειολογία και στις διαγνωστικές μεθόδους που αφορούν τις παθήσεις άλλων αγγειακών υποστρωμάτων. Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια, έχουν ομολογουμένως οι καρδιολόγοι, καθώς παρακολουθούν την αρτηριοσκληρυντική νόσο των αγγείων της καρδιάς και η ισχαιμική καρδιοπάθεια αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα νοσηρότητας και θνητότητας στους αγγειοπαθείς. Η διαρκής βελτίωση των αποτελεσμάτων της καρδιολογίας στην μείωση των καρδιακών συμβαμάτων, έχει οδηγήσει σε αύξηση του προσδόκιμού ζωής των αγγειακών ασθενών. Ταυτόχρονα, όμως, η αυξημένη επιβίωση των αγγειοπαθών από καρδιακής πλευράς έχει σαν αποτέλεσμα να έχει αυξηθεί δραματικά και ο αριθμός των ασθενών που εμφανίζουν αγγειακές επιπλοκές από άλλα υποστρώματα.

Αποτέλεσμα της ευαισθητοποίησης πολλών ειδικοτήτων είναι οι αγγειοπαθείς να αντιμετωπίζονται τα τελευταία χρόνια με πιο πολύπλευρη προσέγγιση και το 2017 έγινε για πρώτη φορά η ανακοίνωση κατευθυντήριων οδηγιών από την Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Αγγειακής και Ενδαγγειακής Χειρουργικής καθώς και εκπροσώπηση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τα Εγκεφαλικά, για τις παθήσεις αρτηριοσκληρυντικής αιτιολογίας των «περιφερικών αγγείων», που αφορούν τις αρτηρίες εκτός από τα στεφανιαία αγγεία και την αορτή. Στο φάσμα των παθήσεων αυτών περιλαμβάνονται οι παθήσεις της εξωκράνιας μοίρας των καρωτίδων, των αρτηριών των άκρων, των νεφρικών και των μεσεντερίων αγγείων. Στα επόμενα κείμενα θα αναφερθούμε στις παθήσεις των αρτηριών των άνω και κάτω άκρων.