Εισαγωγή

Τα δύο τρίτα του ανθρώπινου σώματος αποτελούνται από νερό, το περισσότερο εκ του οποίου βρίσκεται μέσα στα κύτταρα. Μια μικρότερη ποσότητα υγρού βρίσκεται έξω από τα κύτταρα και βρίσκεται σε διαρκή κυκλοφορία. Η κατανομή του εξωκυττάριου αυτού υγρού βρίσκεται σε μια διαρκή ισορροπία, η οποία ρυθμίζεται από τη διατριχοειδική ισορροπία της υδροστατικής και της πρωτεϊνικής ωσμωτικής πίεσης. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, μια μικρή ποσότητα μεσοκυττάριου υγρού σχηματίζεται διαρκώς και συνεχώς απορροφάται από το λεμφικό σύστημα, ώστε να επιστρέψει τελικά στην φλεβική κυκλοφορία. Σε περίπτωση, που υπάρχει αύξηση των πιέσεων στα αρτηριακά και φλεβικά τριχοειδή ή ελάττωση της κολλοειδωσμωτικής πίεσης, σχηματίζεται οίδημα με χαμηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, ενώ όταν υπάρχει εμπόδιο στην λεμφική απορροή (λεμφική στάση), τότε σχηματίζεται το λεμφοίδημα, το οποίο έχει αυξημένη συγκέντρωση πρωτεϊνών.

Παθοφυσιολογία

Ανεπαρκής λεμφική απορροή προκύπτει με δύο μηχανισμούς: Στην ανεπάρκεια υψηλής παροχής υπάρχει αυξημένος ρυθμός παραγωγής μεσοκυττάριου υγρού. Όταν ο ρυθμός παραγωγής λέμφου υπερβεί τη μέγιστη χωρητικότητα μεταφοράς των λεμφαγγείων, προκύπτει λεμφοίδημα, ακόμη και αν το λεμφικό σύστημα είναι ανατομικά και λειτουργικά φυσιολογικό. Αντίθετα, στην ανεπάρκεια χαμηλής παραγωγής υπάρχει λεμφική στάση λόγω λεμφικής απλασίας ή υποπλασίας, λειτουργική ανεπάρκεια ή ανατομική απουσία λεμφικών βαλβίδων ή τέλος ελαττωμένη λεμφική συσταλτικότητα.

Η παθολογική λεμφική στάση οδηγεί σε συσσώρευση πρωτεϊνών και κυτταρικών μεταβολιτών στον εξωκυττάριο χώρο, συσσώρευση ύδατος και αύξηση των διαμεσοκυττάριων υδροστατικών πιέσεων. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η αυξημένη εναπόθεση κολλαγόνου και υπερπλασία συνδετικού και λιπώδους ιστού, που οδηγούν τελικά στην ίνωση του διαμεσοκυττάριου χώρου.

Αιτιολογική Ταξινόμηση

Το λεμφοίδημα ταξινομείται αιτιολογικά σε πρωτοπαθές και δευτεροπαθές. Αν και η ταξινόμηση αυτή είναι η πιο συνηθισμένη, δεν δίνει πληροφορίες για την κλινική σοβαρότητα του προβλήματος και συνήθως δεν σχετίζεται με την αντιμετώπισή του.

 

Α. Πρωτοπαθές λεμφοίδημα

Πιστεύεται ότι παρουσιάζεται σε συχνότητα 1 στις 6000-10000 γεννήσεις και επηρεάζει 1.15 άτομα κάτω των 20 ετών ανά 100000 πληθυσμού. Τα κορίτσια προσβάλλονται 2 με 10 φορές πιο συχνά από τα αγόρια και η πιο συχνή ηλικία εμφάνισης είναι τα 12 με 16 έτη. Μπορεί να οφείλεται σε υποπλασία, απλασία, αριθμητική υπερπλασία ή υπερπλασία των λεμφαγγείων και δύναται να προσβληθούν τα περιφερικά ή τα κεντρικά λεμφαγγεία του σκέλους με χειρότερη πρόγνωση στην κεντρική απόφραξη. Ανάλογα με τη ηλικία εμφάνισης και την κληρονομικότητα  ταξινομείται σε :

  • Συγγενές λεμφοίδημα

Στο συγγενές λεμφοίδημα, η εμφάνιση των συμπτωμάτων γίνεται πριν τη συμπλήρωση του πρώτου έτους της ηλικίας και συχνά συμβαίνει σποραδικά, χωρίς κληρονομική προδιάθεση. Όταν υπάρχει οικογενής συσχέτιση, τότε η νόσος ονομάζεται νόσος του Milroy, ενώ σχετίζεται επίσης με κληρονομούμενες παθήσεις όπως τα σύνδρομα Turner, Kleinefelter και Down. Το συγγενές λεμφοίδημα αποτελεί την συχνότερη αιτιολογία εμφάνισης λεμφοιδήματος αμφοτέρων των κάτω άκρων, αν και πάλι συνήθως προσβάλλεται μόνο το ένα σκέλος

  • Λεμφοίδημα Preacox

Αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία των συγγενών λεμφοιδημάτων και εμφανίζεται μετά τη συμπλήρωση του πρώτου έτους της ηλικίας και ως την ηλικία των 35. Και εδώ υπάρχει η σποραδική και η κληρονομούμενη μορφή (νόσος Meige) και τυπικά εμφανίζεται στην εφηβεία. Τα κορίτσια προσβάλλονται 10 φορές πιο συχνά από τα αγόρια και συνήθως προσβάλλεται το ένα σκέλος ως το γόνατο. Πιστεύεται ότι τα οιστρογόνα σχετίζονται με την εκδήλωση αυτής της συγγενούς μορφής λεμφοιδήματος.

  • Λεμφοίδημα Tarda

Είναι σχετικά σπάνιο και εμφανίζεται μετά την ηλικία των 35 ετών

 

Β. Δευτεροπαθές λεμφοίδημα

Αποτελεί τη συχνότερη μορφή λεμφοιδήματος και σχετίζεται με την καταστροφή των λεμφαγγείων συνεπεία άλλων παθήσεων. Κυρίαρχο αίτιο στις αναπτυγμένες χώρες αποτελεί η αντιμετώπιση του  καρκίνου, όπως ο λεμφαδενικός καθαρισμός και η ακτινοθεραπεία για αντιμετώπιση νεοπλασιών του μαστού ή γυναικολογικών και ουρολογικών νεοπλασιών. Στις χώρες του τρίτου κόσμου, αντίθετα, το συχνότερο αίτιο είναι η λοίμωξη από παράσιτα που προκαλούν την ασθένεια φιλαρίαση. Συνήθως εμφανίζεται σε χώρες με τροπικό ή υποτροπικό κλίμα (Κίνα, Ινδία, Ινδονησία) και το υπεύθυνο παράσιτο μεταδίδεται με τα κουνούπια σε συνθήκες κακής υγιεινής. Το παράσιτο (Wuchereria bancrofti, Brugia malayi ή Brugia timori) προκαλεί καταστροφή των λεμφαγγείων και των λεμφαδένων και σε σύντομο χρονικό διάστημα προκαλεί εκτεταμένο λεμφοίδημα (ελεφαντίαση), που είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Άλλα αίτια δευτεροπαθούς λεμφοιδήματος αποτελούν το λεμφικό τραύμα από εγκαύματα ή κυκλοτερή τραύματα, η κύηση, βακτηριακές και μηκυτιασικές λοιμώξεις, δήγματα από έντομά ή φίδια, δερματίτιδα εξ επαφής και ρευματοειδής αρθρίτιδα.

Κλινική Σταδιοποίηση

Η κλινική βαρύτητα του χρόνιου λεμφοιδήματος σταδιοποιείται ως εξής:

Λανθάνον στάδιο : Υπάρχει συσσώρευση περίσσειας μεσοκυττάριου υγρού και ίνωση γύρω από τα λεμφαγγεία, αλλά δεν παρατηρείται κλινικά λεμφοίδημα

Grade I: Παρατηρείται ζυμώδες οίδημα που καταλείπει εντύπωμα με την πίεση, το οποίο υφίεται πλήρως ή σχεδόν πλήρως με την ανάρροπη θέση των σκελών. Δεν παρατηρείται ίνωση του δέρματος

Grade II: Το οίδημα δεν καταλείπει εντύπωμα με την πίεση και δεν υφίεται με την ανάρροπη θέση των σκελών. Κλινικά παρατηρείται μέτρια προς σοβαρή ίνωση.

Grade III: Το οίδημα δεν υποστρέφει, λόγω των επαναλαμβανόμενων λοιμώξεων, της ίνωσης και της σκλήρυνσης του δέρματος και του υποδόριου ιστού. Πρόκειται για το στάδιο της λεμφοστατικής ελεφαντίασης.

Σημεία και Συμπτώματα

Το οίδημα που προκύπτει από τη συσσώρευση της λέμφου είναι αρχικά μαλακό, ευπίεστο, καταλείπει εντύπωμα και υποχωρεί σημαντικά με την ανάρροπη θέση των σκελών. Επεκτείνεται ως τη ράχη του ποδιού και τα δάκτυλα. Με την πάροδο ετών, το οίδημα γίνεται σκληρό και ινωτικό. Το δέρμα, στα αρχικά στάδια, έχει μια ερυθρή και με αυξημένη θερμοκρασία εικόνα. Καθώς η νόσος εξελίσσεται, το δέρμα γίνεται παχύ, με υπερκεράτωση και εμφάνιση που μοιάζει με φλούδα πορτοκαλιού. Αν και οι δερματικές λοιμώξεις όπως το έκζεμα και το ερυσίπελας είναι συχνές, σπανιώς παρατηρείται εξέλκωση. Το άλγος που αναφέρουν οι ασθενείς είναι γενικά ήπιο. Αν παρατηρηθεί έντονο άλγος, τότε είναι πιθανή η ύπαρξη λοίμωξης η νευριτικού πόνου (αν έχει προηγηθεί ακτινοθεραπεία.

Η νόσος επιπλέκεται από συχνές λοιμώξεις, όπως κυτταρίτιδα και ερυσίπελας. Όταν εκτός από τα κάτω άκρα, υπάρχει ανεπάρκεια στην λεμφική απορροή του εντέρου, η νόσος συνοδεύεται από υποθρεψία και ανοσοανεπάρκεια. Τέλος, σε σπάνιες περιπτώσεις χρόνιου λεμφοιδήματος μπορεί να εμφανιστεί κακοήθης νεοπλασία, που ονομάζεται λεμφαγγειοσάρκωμα και έχει κακή πρόγνωση.

Διάγνωση

Στις προχωρημένες περιπτώσεις, το ιστορικό και η χαρακτηριστική  κλινική εικόνα αρκούν για να τεθεί η διάγνωση του λεμφοιδήματος. Σε πιο ήπιες περιπτώσεις, στα αρχικά στάδια της νόσου, είναι δύσκολη η διάκριση από άλλα τοπικά ή συστηματικά αίτια οιδήματος, οπότε ίσως είναι χρήσιμη η αντικειμενική τεκμηρίωση του λεμφοιδήματος με ραδιοϊσοτοπική λεμφογραφία, που είναι η πιο αξιόπιστη μέθοδος ή με άμεση και έμμεση λεμφογραφία, οι οποίες χρησιμοποιούνται σπανιότερα σήμερα. Η αξονική και η μαγνητική τομογραφία τεκμηριώνουν τη συσσώρευση υγρού στον υποδόριο ιστό και την απουσία προσβολής των μυϊκών διαμερισμάτων, βοηθώντας στην διάκριση από άλλα αίτια οιδήματος των κάτω άκρων. Κυρίως όμως βοηθούν στον αποκλεισμό παρουσίας μάζας, που να προκαλεί ανατομικό κώλυμα στην λεμφική απορροή.

Διαφορική Διάγνωση

Το λεμφοίδημα θα πρέπει να διακριθεί από άλλα συστηματικά και τοπικά αίτια οιδήματος των κάτω άκρων. Στα συστηματικά αίτια οιδημάτων των κάτω άκρων περιλαμβάνονται η καρδιακή, η ηπατική και η νεφρική ανεπάρκεια, η υποπρωτεϊναιμία, ο υποθυρεοειδισμός, αλλεργικές αντιδράσεις, ιδιοπαθές κυκλικό οίδημα, το κληρονομικό αγγειοοίδημα και φαρμακευτική τοξικότητα (αντιϋπερτασικά, ορμονικά, κορτικοστεροειδή και αντιφλεγμονώδη σκευάσματα. Τοπικά αίτια που θα πρέπει να αποκλειστούν είναι η χρόνια φλεβική ανεπάρκεια, το λιποίδημα, συγγενής αγγειακή δυσπλασία, τραύμα, δήγμα εντόμου ή φιδιού, λοίμωξη και φλεγμονή, αιμάτωμα, ανάρτηση σκέλους, ρευματοειδής αρθρίτιδα, οίδημα επαναιμάτωσης, όγκος μαλακών μορίων και ημιϋπερτροφία σκέλους.

Συντηρητική Αντιμετώπιση

Η συντηρητική αντιμετώπιση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στην αντιμετώπιση του λεμφοιδήματος. Παρά την μεγάλη πρόοδο στην κατανόηση του τρόπου εμφάνισης της νόσου, μικρή πρόοδος έχει επιτευχθεί στην ριζική αντιμετώπιση του λεμφοιδήματος. Εν τούτοις οι ασθενείς με λεμφοίδημα μπορούν να ωφεληθούν σε μεγάλο βαθμό από την συντηρητική αντιμετώπιση. Τα συντηρητικά μέτρα μπορούν να διακριθούν γενικά σε τρείς κατηγορίες.

 

Α. Προληπτικά μέτρα και ελαχιστοποίηση παραγόντων κινδύνου.

Προγεννητικός έλεγχος κληρονομούμενων μορφών της νόσου,

Πρόληψη των αιτίων που το προκαλούν όπως για παράδειγμα το λεμφοίδημα που προκύπτει από λοίμωξη με παράσιτα (φιλαρίαση).

Η προφύλαξη του δέρματος είναι υψίστης σημασίας και περιλαμβάνει μέτρα υγιεινής (καθημερινό πλύσιμο, ενυδάτωση), προσοχή στα ρούχα (βαμβακερά και ευρύχωρα ρούχα), αποφυγή τραυματισμών και έλεγχος των τοπικών μυκητιασικών λοιμωξεων. Εν τούτοις, αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, ειδικά σε ασθενείς με συνοδό κακοήθη παχυσαρκία και έλλειψη κοινωνικής και οικονομικής υποστήριξης.

Ο έγκαιρος έλεγχος των τοπικών λοιμώξεων με γρήγορη χορήγηση αντιβιοτικών, ακόμα και για ελάχιστες λοιμώξεις είναι σημαντικός για τα σκέλη με προδιάθεση λεμφοιδήματος.

Σε ότι αφορά το λεμφοίδημα που προκύπτει ως επιπλοκή της αντιμετώπισης των νεοπλασματικών νόσων (μαστού, γυναικολογικοί και ουρολογικοί), ο κίνδυνος μπορεί να ελαττωθεί με τον περιορισμό του χειρουργικού λεμφαδενικού καθαρισμού και ήδη, οι σύγχρονες χειρουργικές αντιλήψεις είναι προσανατολισμένες στην κατεύθυνση αυτή.

Συμπληρωματικά μέτρα πρόληψης λεμφοιδήματος στα σκέλη που παρουσιάζουν προδιάθεση είναι η αποφυγή παρατεταμένης ορθοστασίας και ανάρτησης των σκελών, η ανάρροπη θέση των σκελών (ειδικά στα αρχικά στάδια της νόσου), η άσκηση (περπάτημα, αεροβική άσκηση), η διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους και η αποφυγή παχυσαρκίας, η δίαιτα με άφθονη λήψη υγρών και η αποφυγή άλατος και η προφυλακτική εφαρμογή καλτσών διαβαθμισμένης συμπίεσης.

 

Β. Φαρμακολογική θεραπεία

Η φαρμακευτική αγωγή έχει περιορισμένο ρόλο στην αντιμετώπιση του λεμφοιδήματος. Αυτό προκαλεί απογοήτευση στους ασθενείς που αναζητούν μια εύκολη, γρήγορη και χωρίς κόπο αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με το χρόνιο λεμφοίδημα. Τα διουρητικά, ίσως βοηθούν για μικρό χρονικό διάστημα κάποιους ασθενείς, αλλά γενικά η μακροχρόνια χορήγησή τους επιδεινώνει το λεμφοίδημα. Οι βενζοπυρόνες, πιστεύεται ότι μειώνουν το λεμφοίδημα ενεργοποιώντας τα μακροφάγα, εν τούτοις οι μελέτες είναι αντικρουόμενες και προς το παρόν δεν έχουν τύχει ευρείας χρήσης. Άλλες φαρμακολογικές θεραπείες που έχουν δοκιμαστεί είναι η έγχυση κορτικοστεροειδών, η έγχυση αυτόλογων λεμφοκυττάρων στην αρτηριακή κυκλοφορία του πάσχοντος σκέλους και η εφαρμογή laser χαμηλής ενέργειας, χωρίς όμως επαρκείς αποδείξεις για την αποτελεσματικότητά τους.

 

Γ. Μέτρα μείωσης του οιδήματος και συντήρησης του αποτελέσματος

Οι πιο αποτελεσματικές μέθοδοι αντιμετώπισης του λεμφοιδήματος είναι οι μηχανικές τεχνικές μείωσης του οιδήματος. Η αποτελεσματικότητα των μεθόδων αυτών είναι μεγαλύτερη στο λεμφοίδημα αρχικού σταδίου Ι. Στόχος της θεραπείας είναι η μείωση του όγκου των υγρών και η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες στο πάσχον σκέλος. Η διατήρηση βέβαια του αποτελέσματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμόρφωση του ασθενούς και αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη δυσκολία στην κλινική πράξη. Μείωση του οιδήματος μπορεί να επιτευχθεί με διάφορες τεχνικές, οι οποίες είτε μόνες του είτε σε συνδυασμό, μπορούν να προσφέρουν καλά αποτελέσματα ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς.

Η ανάρροπη θέση του σκέλους είναι η παλαιότερη και ευκολότερη τεχνική. Το σκέλος τοποθετείται σε γωνία 30-45 μοιρών και τα αποτελέσματα είναι καλύτερα στο στάδιο Ι του λεμφοιδήματος μετά από 3-5 ημέρες. Σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις εφαρμόζεται σε συνδυασμό με θεραπευτική κινησιοθεραπεία, ελαστική περίδεση και μασάζ του σκέλους. Στην ουσία πρόκειται για μια συνδυασμένη αποσυμφορητική θεραπεία, η οποία αποτελεί και τη βέλτιστη συντηρητική αγωγή και περιλαμβάνει το αρχικό εντατικό στάδιο αποσυμφόρησης και το στάδιο συντήρησης του αποτελέσματος. Αν και είναι πολύ αποτελεσματική, απαιτεί πολλή προσπάθεια και πολύ χρόνο τόσο για τον επαγγελματία υγείας, όσο και από τον ασθενή. Τα προγράμματα αυτά απαιτούν εξειδικευμένο προσωπικό σε ειδικά κέντρα. Αν και αποτελεί το μέτρο σύγκρισης με όλες τις υπόλοιπες τεχνικές και τα αποτελέσματα είναι θεαματικά ακόμη και σε προχωρημένες περιπτώσεις, τα μακροχρόνια αποτελέσματα εξαρτώνται από τη συμμόρφωση του ασθενούς και την κοινωνικοοικονομική του υποστήριξη.

Προγράμματα ελαστικής περίδεσης του σκέλους με κατ’ οίκον εφαρμογή επιδέσμων αποτελεί μια εναλλακτική για περιπτώσεις ασθενών που δεν επιθυμούν ή δεν δύνανται να ακολουθήσουν το πιο εντατικό πρόγραμμα και μπορεί υπό προϋποθέσεις να έχει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Η κυριότερη προϋπόθεση είναι πάλι η συμμόρφωση του ασθενούς και η βοήθεια από το οικογενειακό περιβάλλον στην εφαρμογή της ελαστικής περίδεσης. Εναλλακτικά, στους ασθενείς αυτούς συνιστάται η χρήση διακοπτόμενης πνευματικής συμπίεσης με ειδικές αντλίες. Οι αντλίες έχουν τη μορφή μπότας ή γαντιού και η αποτελεσματικότητά τους είναι συγκρίσιμες με τα εντατικά προγράμματα αποσυμπίεσης, όμως το σχετικά υψηλό κόστος απόκτησης ή χρήσης των συσκευών αυτών τις καθιστά όχι ελκυστικές για τους οικονομικά ασθενέστερους. Το κλειδί στην διατήρηση του αρχικού αποτελέσματος είναι η χρήση ελαστικών καλτσών διαβαθμισμένης συμπίεσης. Η αποτελεσματικότητα της τεχνικής αυτής εξαρτάται και πάλι από τη συμμόρφωση, τη σωστή εφαρμογή μετά από μέτρηση του σκέλους και την κατάλληλα διαβαθμισμένη συμπίεση της κάλτσας. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία μεγεθών, χρωμάτων και υλικών κατασκευής που μπορούν να καλύψουν κάθε ανάγκη. Γενικώς η απαιτούμενη συμπίεση για προχωρημένο λεμφοίδημα είναι της τάξης των 40-50 mmHg στο επίπεδο των σφυρών για συντήρηση του αποτελέσματος. Για τα άνω άκρα, οι απαιτούμενες πιέσεις είναι της τάξης των 20-30 mmHg.

Ψυχολογική, Λειτουργική Επιβάρυνση και Οικονομικά Ζητήματα

Όποια θεραπευτική επιλογή και αν γίνει, δεν θα πρέπει να υποεκτιμάται η ψυχολογική και η λειτουργική επιβάρυνση που προκαλεί η νόσος για τον ασθενή. Αυτό έχει σημασία για όλους τους ασθενείς με λεμφοίδημα και ειδικά για τους ασθενείς στην εφηβεία. Οι ασθενείς πρέπει να διαχειριστούν τη σωματική δυσμορφία, τους περιορισμούς στον τρόπο ζωής, καθώς και τους περιορισμούς στον επαγγελματικό προσανατολισμό. Αρκετοί ασθενείς, λόγω της λειτουργικής επιβάρυνσης από την νόσο, θα πρέπει να αναζητήσουν εργασία σε επαγγέλματα που μπορούν να βρίσκονται σε γραφείο και να μπορούν να κάθονται. Οι περιορισμοί μπορεί να επεκταθούν στα χόμπι, στον αθλητισμό και τελικά να οδηγήσουν σε κοινωνική και συναισθηματική απομόνωση. Για τους λόγους αυτούς, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη ειδικού για τη διαχείριση προβλημάτων στο συναίσθημα του ασθενούς. Επιπρόσθετα προβλήματα προκύπτουν, τέλος, από την οικονομική επιβάρυνση που προκαλεί η χρόνια αντιμετώπιση της νόσου, καθώς τα κέντρα που μπορούν να προσφέρουν εντατική αντιμετώπιση είναι εξειδικευμένα και σε πολλές περιπτώσεις τα έξοδα επιβαρύνονται οι ίδιοι οι ασθενείς.

Χειρουργική Αντιμετώπιση

Το λεμφικό σύστημα είναι το λιγότερο μελετημένο σύστημα του αγγειακού δέντρου. Επιπλέον, οι παθήσεις του λεμφικού συστήματος είναι πολύ λιγότερο συχνές από αυτές που αφορούν τις αρτηρίες και τις φλέβες. Οι αρχές όμως της χειρουργικής αντιμετώπισης των παθήσεων του λεμφικού είναι οι ίδιες με αυτές που εφαρμόζονται και στα υπόλοιπα τμήματα του αγγειακού συστήματος. Ιστορικά, οι δευτεροπαθείς επιπτώσεις του λεμφοιδήματος αντιμετωπίζονταν χειρουργικά με αφαιρετικές επεμβάσεις, χωρίς να αντιμετωπίζεται η γενεσιουργός αιτία. Η σύγχρονη χειρουργική θεραπεία βασίζεται στην αναστροφή της παθολογικής διαδικασίας που οδηγεί στο λεμφοίδημα, με άρση της απόφραξης στην λεμφική απορροή. Εν τούτοις, ακόμη η συντηρητική θεραπεία αποτελεί την θεραπεία πρώτης γραμμής.

 

Α. Αφαιρετικές επεμβάσεις

Σε αυτές περιλαμβάνεται η χειρουργική εκτομή δέρματος, υποδόριου ιστού και της εν τω βάθει περιτονίας (ριζική ή τροποποιημένη) με αποκατάσταση με δερματικά μοσχεύματα και η λιποαναρρόφηση.

 

Β. Λειτουργικές επεμβάσεις

Σήμερα, οι κυριότερες μέθοδοι αύξησης της λεμφικής απορροής αποσκοπούν στην δημιουργία επικοινωνίας μεταξύ του λεμφικού και του φλεβικού συστήματος στην περιφέρεια. Δυστυχώς, οι επεμβάσεις αυτές είναι τεχνικά απαιτητικές και η λειτουργική τους βατότητα είναι μάλλον μικρή. Ελάχιστα είναι τα κέντρα παγκοσμίως που έχουν δοκιμαστεί οι νεότερες αυτές  τεχνικές και ακόμη βρίσκονται στο στάδιο της έρευνας. Μέχρι την ανάπτυξη της μικροχειρουργικής, η άμεση λεμφο-λεμφική αναστόμωση ήταν τεχνικά αδύνατη λόγω του εξαιρετικά μικρού μεγέθους των λεμφαγγείων και οι τεχνικές αποσκοπούσαν στο να φέρουν όσο το δυνατό πιο κοντά τα λεμφαγγεία, με την ελπίδα να «κολλήσουν» μεταξύ τους. Δύνανται να χρησιμοποιηθούν αυτόλογα λεμφικά μοσχεύματα, ελεύθερα μοσχεύματα δέρματος και υποδορίου, ελεύθεροι λεμφαδένες και φλεβικά αυτομοσχεύματα.