Η συχνότητα εμφάνισης επιπολής θρομβοφλεβίτιδας (ΕΘΦ) των κάτω άκρων υπολογίζεται ότι είναι 3% έως 11% στο γενικό πληθυσμό. Η ΕΘΦ είναι πιο συχνή στις μείζονες σαφηνείς φλέβες και τους κλάδους τους, ακολουθούμενη από την κεφαλική και βασιλική φλέβα στο άνω άκρο. Η μείζων σαφηνής φλέβα (ΜΣΦ) προσβάλλεται στο 60% έως 80% των περιπτώσεων, ακολουθούμενη από την ελάσσων σαφηνή φλέβα (ΕΣΦ) σε 10% έως 20% και σε αμφότερα τα κάτω άκρα σε 5% έως 10%.

Κλινική Εικόνα

Η διάγνωση της ΕΘΦ με την κλινική εξέταση βασίζεται στην παρουσία του ερυθήματος και ευαισθησίας στην κατανομή των επιφανειακών φλεβών, με το ψηλαφητικό εύρημα της σκληρίας κατά μήκος της φλέβας που μοιάζει με κορδόνι. Ο πόνος και η τοπικά αυξημένη θερμοκρασία είναι κλινικά εμφανής και μπορεί να υπάρχει σημαντική διόγκωση του σκέλους ακόμη και χωρίς εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση. Μερικές φορές ο ασθενής μπορεί να έχει ερύθημα, πόνο και ευαισθησία που εκτείνεται κατά μήκος του ποδιού, αλλά το triplex να είναι αρνητικό για επιπολής ή εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση. Σε τέτοιους ασθενείς, η διάγνωση της κυτταρίτιδας ή λεμφαγγειίτιδας πρέπει να ληφθεί υπόψη.

Προδιαθεσιακοί Παράγοντες

Τα συχνότερα αίτια που μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση ΕΘΦ είναι η βλάβη του ενδοθηλίου  από τραύμα ή τοποθέτηση φλεβικών καθετήρων, φλεβική στάση, όπως παρατηρείται στους κιρσούς των φλεβών των κάτω άκρων και υπερπηκτικές καταστάσεις, όπως η έλλειψη πρωτεΐνης C και ανεπάρκεια πρωτεΐνης S, έλλειψη αντιθρομβίνης ΙΙΙ και κακοήθη νεοπλασματικά νοσήματα. Στους ασθενείς στους οποίους παρουσιάζεται ΕΘΦ χωρίς ιστορικό βλάβης του ενδοθηλίου ή κιρσών μπορεί να χρειαστεί να διερευνηθούν για την παρουσία τέτοιων διαταραχών.

Εκτός των ανωτέρω, έχουν αναγνωριστεί μια σειρά από συνθήκες και παράγοντες που σχετίζονται με προδιάθεση για την ανάπτυξη της ΕΘΦ. Η χρήση των από του στόματος αντισυλληπτικών, η ορμονική θεραπεία υποκατάστασης στην εμμηνόπαυση, η εγκυμοσύνη, η παχυσαρκία, η παρατεταμένη ακινητοποίηση, πρόσφατη χειρουργική επέμβαση, τραύμα, σκληροθεραπεία, ιστορικό φλεβικής θρομβοεμβολής, ορισμένα φάρμακα (π.χ., διαζεπάμη, αμιωδαρόνη, βανκομυκίνη, ηρωίνη) και ενδοφλέβια χρήση καθετήρα με ή χωρίς βακτηριακή λοίμωξη θέτουν τους ασθενείς θέση σε κίνδυνο για την εμφάνιση ΕΘΦ. Επιπλέον, οι ασθενείς με αυτοάνοσες διαταραχές και αγγειίτιδα, όπως η νόσος Behcet και η νόσος του Buerger   είναι σε αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση ΕΘΦ.

Διάγνωση

Η διάγνωση της ΕΘΦ βασίζεται κυρίως στην χαρακτηριστική κλινική εικόνα. Εντούτοις, επειδή στο 11% των ασθενών μπορεί να υπάρχει ταυτόχρονη εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση, συνιστάται όλοι οι ασθενείς να υποβάλλονται σε triplex φλεβών κάτω άκρων. Η εξέταση μπορεί να εκτιμήσει με ακρίβεια την έκταση της θρόμβωσης τόσο στο επιπολής, όσο και στο εν τω βάθει φλεβικό σύστημα. Άλλες απεικονιστικές μέθοδοι, όπως η αξονική φλεβογραφία και το σπινθηρογράφημα έχουν χαμηλή ειδικότητα και ανατομική ακρίβεια και δεν προτιμούνται. Τα D-Dimers έχουν μόνο αρνητική προγνωστική αξία, καθώς επί αρνητικού αποτελέσματος δύνανται να αποκλείσουν την διάγνωση της φλεβοθρόμβωσης, ενώ  ο υπόλοιπος αιματολογικός έλεγχος  κατευθύνεται κυρίως στην αναγνώριση πιθανών προδιαθεσικών παραγόντων, όπως οι θρομβοφιλίες και τα νεοπλασματικά νοσήματα, ειδικά στις περιπτώσεις που η ΕΘΦ δεν συνδυάζεται με κιρσούς ή ιστορικό βλάβης του ενδοθηλίου της φλέβας από τραυματισμό.

Πρόγνωση και Θεραπεία

Η κλασική διδασκαλία για την πρόγνωση της ΕΘΦ αναφέρει ότι η νόσος έχει μια καλοήθη εξέλιξη και βελτιώνεται εφ’ εαυτής και η θεραπεία περιλαμβάνει μέτρα για την ανακούφιση από το άλγος και τη φλεγμονή. Για πολλές δεκαετίες η αντιμετώπιση περιελάμβανε κινητοποίηση του ασθενούς, ψυχρά επιθέματα τοπικά και χρήση αντιφλεγμονωδών φαρμάκων. Τα τελευταία χρόνια όμως, οι έρευνες έχουν δείξει ότι σε ποσοστό 11% η νόσος μπορεί να εξελιχθεί σε εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση, η οποία έχει φυσικά άλλη εξέλιξη και πιο σοβαρές επιπλοκές όπως η πνευμονική εμβολή.

Στις μέρες μας, η νόσος αντιμετωπίζεται με χορήγηση αντιπηκτικών, ταυτόχρονα με τα παραδοσιακά υποστηρικτικά μέτρα. Η  διάρκεια της αγωγής με αντιπηκτικά είναι συνήθως 6 εβδομάδες, αλλά μπορεί να παραταθεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αν υπάρχει επέκταση στο εν τω βάθει φλεβικό σύστημα ή αν αναγνωριστούν ισχυροί προδιαθεσικοί παράγοντες για φλεβοθρόμβωση. Η χρήση αντιπηκτικών έχει βρεθεί ότι είναι αποτελεσματική στην λύση του θρόμβου, την πρόληψη υποτροπής θρόμβωσης και την πρόληψη επιπλοκών, όπως η πνευμονική εμβολή.

Στην περίπτωση που η ΕΘΦ αφορά το στέλεχος της μείζονος σαφηνούς και επεκτείνεται στα 3 εκ από τη σαφηνομηριαία συμβολή, θεωρείται ισοδύναμο της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης και χρήζει αντιμετώπισης με αντιπηκτική αγωγή σε θεραπευτική δόση.